loader image
Κάταγμα σκαφοειδούς καρπού

Το κάταγμα σκαφοειδούς είναι το πιο συχνό κάταγμα ανάμεσα στα οστάρια του καρπού , ενώ αποτελεί περίπου το 5% των καταγμάτων που συμβαίνουν στο ανθρώπινο σώμα. θεωρειται το συχνότερο μη διαγνωσθέν κάταγμα στο ανθρώπινο σώμα με απρόβλεπτη εξέλιξη, και γιατρό  το λόγο απαιτείται πολύ υψηλός δείκτης υποψίας για να μη διαφύγει από την αρχική διάγνωση           Επιπλέων  αποτελεί σημαντικό αίτιο χρόνιου άλγους του καρπού και πρέπει πάντα να περιλαμβάνεται στη διαφορική διάγνωση.

Συνήθως, οφείλεται σε βίαιη υπερέκταση του καρπού, που συμβαίνει κατά την πτώση στο έδαφος και τη στήριξη στο πάσχον χέρι με την παλάμη. Μπορεί να συμβεί σε κάθε ηλικία, είναι όμως πολύ πιο συχνό σε ηλικίες μεταξύ 20 και 30 ετών. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε  τη θέση του κατάγματος  που στις πλείστες περιπτώσεις προλέγει την έκβαση  της θεραπείας. Έτσι εντοπίζεται στο κεντρικό, στο μέσο ή στο περιφερικό τμήμα του οστού, με πιο συχνή την περίπτωση του κατάγματος στη μεσότητα.

Ιδιομορφία στη ανατομία του σκαφοειδούς.

Το σκαφοειδές παρουσιάζει τις πιο κάτω ιδιαιτερότητες που λαμβάνονται σοβαρά υπόψιν στη αντιμετώπιση κατάγματος σκαφοειδούς α. Αιμάτωση του σκαφοειδούς Το σκαφοειδές οστό αιματώνεται διαφορετικά από τα άλλα οστάρια του καρπού. Οι αγγειακοί κλάδοι που το αιματώνουν εισέρχονται σε αυτό από την περιφέρεια του και αιματώνουν ανάστροφα το οστό, δηλαδή από τον περιφερικό πόλο προς τον εγγύς. Έτσι, η παρουσία κατάγματος στο οστό, διαταράσσει την αιμάτωση του κεντρικού του τμήματος. β. Το σκαφοειδές περιβάλλεται από αρθρικό χόνδρο στο 80% της επιφανείας του οστού και έτσι η πώρωση ενός τυχών κατάγματος γίνεται ακόμη πιο δύσκολη.
Κλινική εικόνα

Μετά τον τραυματισμό, ο ασθενής παραπονείται για πόνο και οίδημα (πρήξιμο) στην κερκιδική πλευρά της πηχεοκαρπικής, στην περιοχή κοντά στη βάση του αντίχειρα. Όλες οι κινήσεις του καρπού κυρίως η κάμψη και έκταση είναι επώδυνες. Υπάρχει όμως ένα συγκεκριμένο σημείο με έντονη ευαισθησία στη πίεση και ψηλάφηση μέσα στη ρίζα του αντίχειρα στη λεγομένη περιοχή της «ανατομική ταμβακοθήκης» (snuffbox). Είναι σημαντικό πολλές φορές να γίνεται σύγκριση πιέζοντας στο αντίστοιχο σημείο του αντίθετου καρπού για διευκρίνηση στο μέγεθος του πόνου στο τραυματισμένο καρπό.

Διάγνωση

Η διάγνωση είναι συνήθως κλινική και επιβεβαιώνεται με ακτινολογικό έλεγχο με ειδικές λήψεις ακτινογραφιών που επαναλαμβάνονται 2 βδομάδες μετά τον τραυματισμό για επανεκτίμηση και οριστική διάγνωση. Μερικές φορές, το κάταγμα σκαφοειδούς δεν είναι πάντα ορατό σε μια απλή ακτινογραφία. Όταν υπάρχει η κλινική και ακτινολογική υποψία, διενεργείται έλεγχος με αξονική ή μαγνητική τομογραφία, εξετάσεις που θέτουν οριστικά τη διάγνωση.

Τα αποσπαστικά και τα απαρεκτόπιστα κατάγματα του περιφερικού πόλου (περιφερικού άκρου) ή της μεσότητας του σκαφοειδούς συνήθως αντιμετωπίζονται συντηρητικά με τοποθέτηση ειδικού γύψου «σκαφοειδούς», που ακινητοποιεί και τον αντίχειρα. Εφαρμόζεται για 6 εβδομάδες και στη συνέχεια, ανάλογα με την πορεία πώρωσης του κατάγματος μπορεί και να διατηρηθεί έως και 12 εβδομάδες. Παράλληλα, γίνεται τακτικός κλινικός και ακτινολογικός έλεγχος της πώρωσης του κατάγματος.

Τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας δυσανεξίας στη μακροχρόνια ακινητοποίηση με γύψο αλλά και αρκετού ποσοστού ψευδαρθρώσεων του σκαφοειδούς (δηλαδή να μην κολλήσει το κάταγμα), άρχισε να κερδίζει έδαφος η πρόωρη χειρουργική θεραπεία. Αναλόγως τύπου, τοποθεσίας και συντριπτικότητας του κατάγματος η χειρουργική αντιμετώπιση είναι διαφορετική. Ι. Σε απαρεκτόπιστα κατάγματα του περιφερικού πόλου (περιφερικού άκρου) ή της μεσότητας του σκαφοειδούς συνιστάται η διαδερμική χειρουργική οστεοσύνθεση όπου τοποθετείται η συμπιεστική βίδα που θα σταθεροποιήσει το σκαφοειδές και θα αυξήσει κατά πολύ τα ποσοστά πώρωσης του κατάγματος. Η διαδερμική οστεοσύνθεση, γίνεται δια μέσου μικρής οπής δέρματος, μεγέθους 5mm, δια της οποίας, υπό συνεχή ακτινοσκοπικό έλεγχο, προωθείται οδηγός-βελόνα με ακρίβεια στη σωστή θέση. Ακολουθεί τοποθέτηση της ειδικής αυλοφόρου βίδας πάνω από τον οδηγό. Με τη μέθοδο αυτή αποφεύγεται κυριολεκτικά η ιατρογενης παρεμβολή στην αιμάτωση του σκαφοειδούς. ΙΙ.Τα συντριπτικά κατάγματα, τα κατάγματα με μεγάλη παρεκτόπιση και τα κατάγματα του εγγύς πόλου του σκαφοειδούς αντιμετωπίζονται εξαρχής χειρουργικά. Η χειρουργική θεραπεία συνήθως γίνεται υπό γενική αναισθησία και ίσχαιμο επίδεσης. Διεγχειρητικά γίνεται μια μικρή παλαμιαία ή ραχιαία τομή (αναλόγως θέσης του κατάγματος) και στη συνέχεια στην ανοικτή ανάταξη και οστεοσύνθεση του κατάγματος, με ειδικό κοχλία (βίδα), που προκαλεί συμπίεση και σταθεροποίηση του κατάγματος. Με τον τρόπο αυτό, το κάταγμα σκαφοειδούς αποκαθίσταται ανατομικά και μειώνεται η πιθανότητα ψευδάρθρωσης και μελλοντικής αρθρίτιδας στο μέλλον. ΙΙΙ. Σε περιπτώσεις ψευδαρθρωσης δηλαδή ΜΗ πώρωσης του κατάγματος σκαφοειδούς απαιτείται χειρουργική επέμβαση με λήψη οστικού αυτομοσχεύματος από τον ίδιο τον ασθενή και τοποθέτησή του στην περιοχή του κατάγματος. Το μόσχευμα λαμβάνεται συνήθως από τη λεκάνη (λαγόνιο) του ίδιου του ασθενούς και με αυτό το τρόπο γίνεται αποκατάσταση του μήκους και σχήματος του οστού. Στη συνέχεια γίνεται οστεοσύνθεση και σταθεροποίηση το σκαφοειδούς με συμπιεστική βίδα.

Μετεγχειρητικά

Ο ασθενής χρειάζεται νάρθηκα σκαφοειδούς για περίπου 4-6 εβδομάδες.
Πλήρη πώρωση του κατάγματος και επιστροφή του ασθενή στις προηγούμενες δραστηριότητες του θα χρειαστεί περίπου γύρω 4-6 μήνες. Τα υλικά (βίδα) που τοποθετούνται στο σκαφοειδούς σπανίως αφαιρούνται στο μέλλον. Αφού εμβυθίζονται εντός του οστού και δεν επηρεάζουν την κίνηση.

Οπτικοακουστικό Υλικό

0